Nellie Bly: Μία αφανής ιδιοφυία.
Η Παιδική της Ηλικία
Στην αφάνεια
και απαρατήρητες πέρασαν πολλές γυναίκες
που είχαν επιδιώξει μία ευκαιρία να
ξεφύγουν από την σκιά της πατριαρχίας,
αρκετές φορές με επιτυχία, τον 19ο και
τον 20ο αιώνα. Ανάμεσα σε αυτές, είναι
μία δημοσιογράφος ίνδαλμα για τις
επαναστάτριες της εποχής και τις επίδοξες
δημοσιογράφους του σήμερα, εν ονόματι
Nellie Bly. Η Elizabeth
Jane Cochran, ιρλανδικής καταγωγής,
γεννήθηκε στις 5 Μαίου του 1864 στο Κόχραν
Μιλς της Πενσυλβάνια των
Ηνωμένων Πολιτειών. Από τα νεαρά της
χρόνια, υπήρξε ένα κορίτσι που επιθυμούσε
νατ ξεχωρίζει, γεγονός που φαινόταν
δύσκολο, δεδομένου ότι ήταν μία κοπέλα
ανάμεσα σε 15 αδέρφια. Ο δυναμισμός, η
εντονότητα και η κοινωνικότητα του
χαρακτήρα της κέντριζε το ενδιαφέρον
του κόσμου, κάνοντας επίσης κάτι το
οποίο για τα σημερινά δεδομένα θεωρείται
πεζό.. Ενώ η μόδα της εποχής της ήθελε
τις κοπέλες να φορούν σκούρα και ψυχρά
χρώματα, εκείνη επέλεγε το χρώμα ροζ,
αποκτώντας έτσι το ψευδώνυμο “Ροζ”.
Τα παιδικά της
χρόνια ήταν ξέγνοιστα, μέχρι το 1870, όταν
ο πατέρας της έφυγε από την ζωή. Η μητέρα
της λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε
ξανά, αυτή τη φορά όμως έναν άνδρα μέθυσο,
ο οποίος κακοποιούσε την ίδια και τα
παιδιά της. Η στιγμή αυτή στη ζωή της
Κόχραν, λέγεται ότι ήταν
ένας από τους παράγοντες για τους οποίους
η ίδια αργότερα απέφευγε τον γάμο. Αφού
η μητέρα της πήρε διαζύγιο από τον
τελευταίο της σύζυγο, η οικονομική τους
κατάσταση χειροτέρεψε σημαντικά, κάτι
που ανάγκασε την Κόχραν να
διακόψει τις σπουδές της, μετακομίζοντας
στο Πίτσμπεργκ. Καθώς όμως ξεκινούσαν
την καινούρια τους ζωή, η Ελίζαμπεθ
δεν ξέχασε ποτέ πόσο ήθελε να
μορφωθεί.
Η Αρχή
Η δυσχερή
οικονομική κατάσταση της οικογένειας
της δεν την απέτρεψε από το να διαβάζει
ότι έπαιρνε στα χέρια της και να γράφει.
Το 1885, διάβασε ένα άρθρο της τοπικής
εφημερίδας Pitsburg Dispatch, το
οποίο υποστήριζε τους λόγους για τους
οποίους οι γυναίκες θα έπρεπε να μένουν
στο σπίτι τους και να μεγαλώνουν τα
παιδιά τους, κατακρίνοντας εκείνες που
επέλεγαν να εργαστούν ή να σπουδάσουν
και να ασχοληθούν με την πολιτική.
Διαβάζοντας το άρθρο, αποφάσισε να
στείλει το δικό της, αντικρούοντας με
επιχειρήματα όλα τα προηγούμενα. Υπέγραψε
με το ψευδώνυμο “ένα μοναχικό ορφανό
κορίτσι”. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσε
στον γραπτό της λόγο, ο τρόπος που έγραφε
και το πάθος της ήταν αρκετά έτσι ώστε
να εντυπωσιάσουν τόσο τους εκδότες της
εφημερίδας, οι οποίοι την επόμενη κιόλας
μέρα, εξέδωσαν αγγελία ψάχνοντας την
συντάκτρια της επιστολής, πρόθυμοι να
της προσφέρουν εργασία. Η Κόχραν
προσλήφθηκε αμέσως και τότε ήταν, που
αποφάσισε να υπογράφει τα άρθρα της με
το ψευδώνυμο Nellie Bly, εμπνευσμένο
από ένα τραγούδι της εποχής.
Η καριέρα της
ξεκίνησε γράφοντας για τις άθλιες
συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονταν
πολλοί συμπολίτες της, για πενιχρούς
μισθούς, κυρίως γυναίκες και ανήλικα
παιδιά. Στο γράψιμο της επικεντρωνόταν
στα δικαιώματα των γυναικών, στον
ρατσισμό και κατ' επέκταση στις κοινωνικές
ανισότητες. Όπως ήταν φυσικό εκείνα τα
χρόνια, πολλοί αναγνώστες ενοχλήθηκαν
και σύντομα οι εργοδότες της, της ζήτησαν
να ασχοληθεί με πιο ασφαλή και γυναικεία
θέματα, αναγκάζοντας την Κόχραν να
παραιτηθεί, καθώς δεν θα δεχόταν ποτέ
κάτι λιγότερο από εκείνο που είχε
ήδη επιλέξει να ασχοληθεί. Αργότερα
αναζήτησε δουλειά σε όλες τις γνωστές
εφημερίδες της Νέας Υόρκης, από τις
οποίες έλαβε αρνητική κριτική, αφού οι
γυναίκες δεν επιλέγονταν για τέτοιου
είδους εργασία.
Η Ψυχιατρική Κλινική
Κάποια στιγμή
όμως, η New York World, τότε με
συντάκτη τον πασίγνωστο Πούλιτζερ,
εντυπωσιάστηκε με την αποφασιστικότητα
της. Αυτό της το προσόν, θεωρήθηκε
χαρακτηριστικό-κλειδί από τον συντάκτη
για τις ανάγκες του αποκαλυπτικού
ρεπορτάζ που ήταν έτοιμος να της αναθέσει.
Θα έπρεπε να παριστάνει την ψυχικά
ασθενή, να εισαχθεί στη ψυχιατρική
κλινική και να καταγράψει τις συνθήκες
διαβίωσης των ανθρώπων στους χώρους
αυτούς. Πέρασε μία σκληρή περίοδο ψυχικής
και σωματικής προετοιμασίας, για να
πείσει ότι πρέπει άμεσα να εισαχθεί στη
κλινική, υπέστη όλη την κακομεταχείρηση
στον χώρο, γεγονότα τα οποία συντέλεσαν
στην συγγραφή του βιβλίου της “10
μέρες στο τρελάδικο”.
Σε αυτό,
επικεντρώνεται στο ότι πολλές γυναίκες
ταλαιπωρούνταν στην κλινική χωρίς να
έχουν κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα και
πως, αν έβαζες μία γυναίκα με σώας τας
φρένας στο ψυχιατρείο, ελάχιστες μέρες
θα ήταν παραπάνω από αρκετές έτσι ώστε
να οδηγηθεί στη τρέλα. Βγαίνοντας με
την βοήθεια των δικηγόρων της εφημερίδας
από το ψυχιατρείο, δημοσίευσε το άρθρο
της τον Οκτώβριο του 1887, προκαλώντας
αίσθηση, με αποτέλεσμα την επέμβαση
εισαγγελέα για την βελτίωση των συνθηκών
διαβίωσης σε όλα τα ψυχιατρεία της
χώρας. Όλοι κατέληξαν να μιλούν για την
τολμηρή και γενναία δημοσιογράφο, ήταν
πλέον ευρέως γνωστή, όμως αυτό δεν ήταν
αρκετό για την ίδια.
Ο Γύρος Του Κόσμου σε 72 Ημέρες
Στην επόμενη
μεγάλη αποστολή της εφημερίδας,
εμπνευσμένη από το έργο του Ιούλιου
Βερν, αναζητούσαν τον καταλληλότερο να
κάνει τον γύρω του κόσμου σε 80 ημέρες.
Παρ' όλο που η Ελίζαμπεθ εξέφρασε ξεκάθαρα
το ενδιαφέρον της, η εφημερίδα απέρριψε
το αίτημα της, θεωρώντας αδύνατον μία
γυναίκα να ταξιδέψει μόνη της, αφού τότε
οι γυναίκες μετέφεραν πολλές βαλίτσες
για την μεταφορά των απαραιτήτων τους.
Στο άκουσμα αυτού απάντησε “Ωραία.
Στείλτε κάποιον άλλο, την ίδια μέρα,
έτσι ώστε να δούμε ποιος θα τερματήσει
πρώτος”. Για άλλη μία φορά ο δυναμισμός
της τους εξέπληξε, επιλέγοντας την.
Ξεκίνησε το ταξίδι της κουβαλώντας μία
μικρή βαλίτσα και ένα πουγκί με χρήματα
δεμένο στον λαιμό της.
Την ίδια μέρα
δρομολόγησε το ταξίδι του ένας
δημοσιογράφος μίας άλλης εφημερίδας,
ο οποίος ακολούθησε την αντίθετη
κατεύθυνση, αποφασισμένος να επιστρέψει
νωρίτερα, γελοιοποιώντας την Bly.
Το ταξίδι ήταν δύσκολο και με
κακουχίες που απειλούσαν την υγεία της,
αφού με τα πλοία της δημιουργούταν
τρομερή ναυτία, Επιθυμώντας, όμως, να
μην φανεί αδύναμη, τις περισσότερες
ώρες του ταξιδιού, τις περνούσε στην
καμπίνα της, όπου κοιμόταν. Έστελνε
ανταποκρίσεις στην εφημερίδα όσο
συχνότερα μπορούσε, από κάθε μέρος που
επισκεπτόταν. Στην Αμερική, τα στοιχήματα
δήλωναν ότι η Bly ίσως να
μην κατάφερνε εν τέλει καν να επιστρέψει.
Τελικά, όχι μόνο τα στοιχήματα διαψεύστηκαν,
αλλά ταξίδεψε 40.070 χλμ σε 72 ημέρες, 6 ώρες
και 11 λεπτά, 6 μέρες νωρίτερα από τον
αντίπαλο της. Η ημερομηνία τότε έγραφε
25 Ιανουαρίου του 1890. Την ίδια χρονιά,
δημοσίευσε το επόμενο της βιβλίο με
τίτλο, “Ο γύρος του κόσμου σε 72 ημέρες”.
Εφευρέσεις
Ακολουθώντας
την επιτυχία της, για μία τελευταία
φορά, έκανε τον κόσμο να την κοιτάζει
με θαυμασμό και έκπληξη. Παντρεύτηκε
τον 72χρονο βιομήχανο Ρόμπερτ Σίμαν.
Αυτό υπό άλλες συνθήκες, σήμαινε οτι θα
μπορούσε να περνάει τον χρόνο της στο
πολυτελές σπίτι της και να γράφει. Σε
μία τόσο ξεχωριστή περίπτωση φιλάνθρωπου
όμως, ο γάμος με έναν πλούσιο επιχειρηματία
σήμαινε την ενεργή απασχόληση στα
εργοστάσια του. Στόχος της, αποτελούσε
η αλλαγή συνθηκών εργασίας των εργατών.
Το μυαλό της δεν σταματούσε ποτέ να
δουλεύει, η εφευρετικότητα ήταν στοιχείο
που την χαρακτήριζε και παίρνοντας μία
απότομη στροφή από την δημοσιογραφία,
το 1902 παρουσίασε τη πρώτη της ευρεσιτενχία,
έναν σκουπιδοτενεκέ για βιομηχανική
χρήση. Το 1905 θα πατεντάρει και θα
κατασκευάσει ατσάλινα βαρέλια για την
αποθήκευση υγρών, όπως επιπλέον, ένα
ολοκαίνουριο είδος μεταλλικού δοχείου
αποθήκευσης γάλακτος.
Φιλανθρωπία
Με τον θάνατο
του συζύγου της ανέλαβε την διαχείρηση
των εργοστασίων του. Με το ξέσπασμα του
Α Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, βρέθηκε στην
Ευρώπη, στέλνοντας ανταποκρίσεις στην
New York Evening Journal, που εργαζόταν
τότε. Επιστρέφοντας στην Αμερική,
συγκλονισμένη από την αγριότητα του
πολέμου, αποφασίζει να ασχοληθεί με την
φιλανθρωπία, συγκεκριμένα με την
προστασία ορφανών παιδιών.
Μια γυναίκα όμως
που τότε μπορεί να θεωρούταν ότι με
τόσες ασχολίες δεν θα είχε έντονο το
αίσθημα της μητρότητας, το 1921 υιοθετεί
ένα ορφανό παιδί, θύμα του πολέμου, το
οποίο αγάπησε τόσο, σαν να ήταν δικό
της. Ένιωθε ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη,
μέχρι την σύνταξη του τελευταίου της
άρθρου το 1922, με τίτλο “Τα παιχνίδια
της μοίρας”, που γνώριζε το μέγεθος της
προφητικότητας του. Εισάγεται την ίδια
μέρα στο νοσοκομείο με αναπνευστικά
προβλήματα, όπου και άφησε την τελευταία
της πνοή, 18 μέρες μετά.
Τόσο μεγάλη ήταν
η επιρροή της, που ο κύκλος τον δημοσιογράφων
συνήθιζε να λέει ότι ήταν τέτοιο το
πάθος της για το γράψιμο, που θα έστελνε
ανταποκρίσεις από τον άλλο κόσμο και
εν τέλει θα επέστρεφε, γράφοντας το πιο
συγκλονιστικό βιβλίο που γράφτηκε ποτέ.
Η Nellie
Bly, ήταν και είναι ένα από τα πολλά
παραδείγματα γυναικών των οποίων τα
επιτεύγματα θάφτηκαν κάτω την επιθυμία
ανδρών της εποχής, να κρατήσουν το
γυναικείο φύλο περιορισμένο λόγω φόβου
ανάδειξης του. Εφευρέτριες, επιστήμονες,
δημοσιογράφοι ακόμα αναμένουν να
αναδειχθούν μέσω μίας εκπαίδευσης που
τις αγνοεί, πείθοντας μας λανθασμένα
ότι ποτέ δεν υπήρξαν γυναίκες που έσπασαν
τον κλοιό της πατριαρχίας, βοηθώντας
να έχουμε τα δικαιώματα που έχουμε
σήμερα..







Comments
Post a Comment